απαλύνομαι


απαλύνομαι
απαλύνομαι, απαλύνθηκα, (σπάν.) απαλυμένος βλ. πίν. 49

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • расхождуся — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  (ἁπαλύνομαι) превращаюсь в мякоть; (διαιρέομαι) распадаюсь;… …   Словарь церковнославянского языка